Ήταν 29.11.2025. Η μετεωρολογική υπηρεσία είχε ειδοποιήσει για σφοδρές βροχές και καταιγίδες σε διάφορες περιοχές της Κύπρου.
Εγώ και ο άντρας μου αποφασίσαμε να εκδράμουμε προς το Τρόοδος για να τις βγάλουμε φωτογραφία. Φανταζόμασταν τις αστραπές να σχίζουν τους ουρανούς και τους ανέμους να λυγίζουν τα δέντρα. Και όλα αυτά να δημιουργούν ένα πολύ δραματικό τοπίο, άξιο να εμπλουτίσει το άλμπουμ μας.
Το φετινό καλοκαίρι, που δεν έλεγε να φύγει και η φοβερή ξηρασία είχαν αφήσει το αποτύπωμά τους στους άλλοτε πράσινους λόφους και παντού επικρατούσαν μουντά, σταχτιά χρώματα.Και όλο αυτό το σκηνικό μας έκανε να λαχταρούμε τις βροχές, όπως τα παιδιά τα πρωτοχρονιάτικά τους δώρα.
Προχωρώντας με το αυτοκίνητο νιώθαμε την θλιμμένη φύση γύρω μας και δεν είχαμε όρεξη για κουβέντα. Βάλαμε για λίγο το ραδιόφωνο και από αυτό ακούγαμε την ανακοίνωση για την κίτρινη προειδοποίηση για τον καιρό.Αυτή η προειδοποίηση όμως αντί να μας φοβίσει, μας ενθουσίασε ακόμα περισσότερο. Ειδικά όταν πλησιάσαμε την Κάτω μονή, όπου τα σύννεφα ήταν ομιχλώδη και σκοτεινά.
Στρίβοντας όμως για τον Ξυλιάτο αυτά διαλύθηκαν και ο ήλιος έλαμψε θολός μέσα από ένα παράξενο σέλας.Εμείς δεν ξέραμε τι προμήνυε αυτό το φαινόμενο και συνεχίσαμε τον δρόμο μας.
Σε λίγη ώρα βρεθήκαμε στο φράγμα της περιοχής. Πόσο αποκαρδιωτική ήταν η θέα που απλώθηκε μπροστά μας με τις στεγνές, κατάξερες πλαγιές του και τον πυθμένα να καλύπτεται με ελάχιστο νερό.
Απογοητευμένοι πήραμε τον δρόμο της επιστροφής.
Την επόμενη μέρα σκεφτήκαμε να ανοίξουμε τα άλμπουμ μας για να θυμηθούμε ποια χρονιά είχαν πέσει χιόνια στον Ξυλιάτο, τα οποία είχαμε φωτογραφήσει και βιντεογραφήσει. Απλώθηκαν τότε μπροστά μας μαγικά τοπία με το χιονισμένο φράγμα και τις λευκοντυμένες βουνοπλαγιές του Τροόδους και του Αμίαντου.
Μέχρι και το σπίτι μας στον Ξυλιάτο είχε ντυθεί στα άσπρα.
Ο γάτος μας ο Μπαλίνος κούρνιαζε και αυτός μέσα στο σπιτάκι του.
‘Ηταν 30 του Γενάρη του 2017.
Αναπολώντας τις πανέμορφες χειμωνιάτικες εικόνες ανοίξαμε στο τέλος ένα βιντεάκι που έδειχνε μυριάδες χιονονιφάδες να στροβιλίζουν και να χορεύουν ζωηρά λες και είχαν συντονιστεί με τις μελωδίες του Ζαμπέτα, που ακούγονταν από το ραδιόφωνο. Ένα βιντεάκι μοναδικό και αξέχαστο με τα ολοζώντανα στιγμιότυπα από την φαντασμαγορική χιονοθύελλα που πέρασε από το περιβόλι μας.
Νοσταλγώντας τις βροχοπτώσεις παλιά θυμηθήκαμε δύο εμπειρίες-θαύματα σε σχέση με τον θεό Δία. Η πρώτη ήταν στον Ξυλιάτο, αρχές του Αυγούστου, πριν δέκα χρόνια.
Ο ήλιος έκαιγε την πλάση και εμείς φοβόμασταν να βγούμε έξω. Τα ποτίσματα του περιβολιού γίνονταν μετά τις οχτώ το βράδυ, όταν οι θερμοκρασίες έπεφταν κάτω από τους 40 βαθμούς.
Μια μέρα στα αστεία αρχίσαμε να επικαλούμαστε τον θεό Δία λέγοντάς του:
Δία, πατέρα, έλα εδώ κάτω στον όμορφο Ξυλιάτο, τα δέντρα να ποτίσεις, την φύση να δροσίσεις.
Επαναλάβαμε μερικές φορές τα στιχάκια με στραμμένα τα βλέμματά μας προς τον ουρανό, στον οποίο δεν είχε ούτε ένα σύννεφο. Βασικά παίζαμε παραγγέλοντας τις βροχές, δίχως να πιστεύουμε ότι θα έβρεχε, επειδή αυτά μας βεβαίωνε και η μετεωρολογική υπηρεσία.
Κατά τις δύο η ώρα όμως άρχισαν να μαζεύονται σύννεφα. Σύντομα αυτά σκέπασαν τον ουρανό και σε λίγο έπεσαν πυκνές, χοντρές σταγόνες πάνω στα δέντρα και στις στέγες μας. Αρχικά εξατμίζονταν αλλά στην συνέχεια μούσκεψαν τα πάντα. Εμείς έκπληκτοι βγήκαμε στην βεράντα και δεν χορταίναμε το υπερθέαμα με την νεροποντή η οποία κράτησε δύο ολόκληρες ώρες.
Μετά βγήκαμε προς την λίμνη για να απολαύσουμε την φύση γύρω μας. Τα δέντρα και το χώμα μοσχοβολούσαν και όλα ήταν δροσερά και πανέμορφα. Το πιο εκπληκτικό θέαμα όμως ήταν τα χιλιάδες μικρά βατραχάκια που είχαν σκεπάσει τον χωματόδρομο πέρα ως πέρα. Σε κάθε βήμα μας αυτά πετάγονταν μπροστά μας για να μην τα πατήσουμε. Ήταν μια παράσταση που θα μπορούσε κανείς να δει μόνο στα κινούμενα σχέδια. Καθώς ήμασταν εντυπωσιασμένοι μουρμουρίσαμε στα αστεία:
Βρε, βρε τον Δία τον καλό, που μας έφερε τόσο νερό και δρόσισε γύρω τα δεντράκια μαζί και τα μικρά βατράχια.
Το απόγευμα, ενώ επιστρέφαμε, δεν το πιστεύαμε ακόμα ότι είχαμε ζήσει τέτοιο θαύμα.
Αναπολώντας τα παλιά θυμηθήκαμε και την δεύτερή μας εμπειρία με τον θεό Δία στα μέσα του Μάη τον επόμενο χρόνο. Εκείνη την μέρα είχαμε ξεκινήσει χαρούμενοι την εκδρομή μας με κατεύθυνση την παλιά εκκλησία του Σταυρού του Αγιάσματη.
Ώσπου προχωρούσαμε τα δάση πύκνωναν όλο και περισσότερο. Σε ένα σημείο όπου ο δρόμος έστριβε, σταθμεύσαμε το αυτοκίνητο και αποφασίσαμε να ανεβούμε τον λόφο μπροστά μας για να αντικρίσουμε την θέα από πάνω. Πήραμε τον ανήφορο που ήταν αρκετά απότομος και δύσκολος.
Ο ολογάλανος ουρανός μας χαιρετούσε και μας καλωσόριζε. Ο αέρας μας τρυπούσε τα ρουθούνια με την δροσερή φρεσκάδα του και τα πεύκα ακούγονταν σαν απαλό φλάουτο. Η θερμοκρασία ήταν γύρω στους 25 βαθμούς και τίποτα δεν προμήνυε ότι ο καιρός θα χαλούσε.
Σε μισή ώρα περίπου βρεθήκαμε στην βουνοκορφή και από εκεί αρχίσαμε να αγναντεύουμε τις περιοχές κάτω. Ανάμεσα στις λοφοπλαγιές αντικρίσαμε το φράγμα του Ξυλιάτου που φαινόταν σαν μια πολύ μικρή λίμνη. Τότε απρόσμενα θυμηθήκαμε την εμπειρία μας με τον Δία και τα βατράχια και σκεφτήκαμε να το επικαλεστούμε και πάλι.
Τι το θέλαμε…Σε λίγο εμφανίστηκαν σύννεφα από το πουθενά. Στην αρχή ήταν άσπρα, αλλά πολύ γρήγορα μαύρισαν και όλος ο τόπος γύρω μας σκοτείνιασε. Οι αστραπές και οι βροντές δεν άργησαν να ξεσχίζουν τον ουρανό και να μας τρομάζουν. Οι βροχές έγιναν μια φοβερή καταιγίδα και εμείς μούσκεμα βρεγμένοι αρχίσαμε να κρυώνουμε επειδή η θερμοκρασία είχε πέσει δραματικά. Αν έπεφτε κεραυνός στο ύψωμα εκείνο θα φλεγόμασταν σαν τις λαμπάδες.
Πήραμε τον κατήφορο προσευχόμενοι στον Χριστό αυτήν την φορά να μας γλιτώσει. Ένας κεραυνός που έσκασε πίσω μας έκανε τα αφτιά μας να βουήξουν τόσο που για μερικές στιγμές δεν ακούγαμε τίποτα. Ο αέρας φύσηξε ακόμα πιο δυνατός σπρώχνοντάς μας προς τα πίσω. Με δυσκολία κατεβήκαμε και ανάμεσα στις βροχοκουρτίνες είδαμε το αυτοκίνητό μας.
Πόσο μεγάλη ήταν η ανακούφισή μας. Ανοίξαμε και μπήκαμε μούσκεμα βρεγμένοι δίχως να σκεφτόμαστε ότι θα βρέχαμε τις μαξιλάρες. Η θερμοκρασία έδειχνε 8 βαθμούς και εμείς βάλαμε την θέρμανση. Ανασάναμε.
Σε λίγη ώρα η μπόρα άρχισε να καταλαγιάζει. Οι βροντές λιγόστεψαν και τα νερά έγιναν κανονική βροχή. Εμείς ξεκινήσαμε το αυτοκίνητο, που ευτυχώς δεν παρουσίασε κανένα πρόβλημα. Για λίγο μείναμε αμίλητοι σαστισμένοι από την εμπειρία μας. Μετά ενώ την σχολιάζαμε ονομάσαμε την βουνοκορφή Τα λημέρια του Δία.
Τώρα, χρόνια μετά, με τις ξηρασίες να αυξάνονται και τις βροχές και τα χιόνια να εξαφανίζονται σκεφτόμασταν μήπως θα ήταν καλά να κάνουμε επίσκεψη του Δία στα λημέρια του για να φέρουμε τα πολυπόθητα νερά, να ξεδιψάσει η γη και ο κόσμος.
Ευτυχώς δεν χρειάστηκε. Στις επόμενες μέρες ολόκληρη η Κύπρος δεχόταν τις ευλογημένες βροχές και τα φράγματα είχαν αρχίσει να γεμίζουν. Οι ελπίδες μας για βροχερό χειμώνα ζωντάνεψαν και πάλι. Μαζί με αυτές άλλαξε και η διάθεσή μας.
Αρχίσαμε να βγάζουμε τα χριστουγεννιάτικα στολίδια και με αυτά κάναμε ακόμα πιο γιορτινή την χειμωνιάτικη ατμόσφαιρα.
